Η αγάπη σε κούρδισε σαν βαρύ χρυσό ρολόι.
Η μαμή ράπισε τις πατούσες σου
Και το γυμνό σου κλάμα πήρε τη θέση του ανάμεσα στα στοιχεία.

Οι φωνές μας αντηχούν, μεγεθύνοντας την άφιξή σου. Καινούργιο άγαλμα.
Σ’ ένα ανεμοδαρμένο μουσείο, η γύμνια σου
Σκιάζει την ασφάλειά μας. Στεκόμαστε ένα γύρο κενοί σαν τοίχοι.

Δεν είμαι περισσότερο μητέρα σου
Από ένα σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη γιά να αντικατοπτρίσει την ίδια του την αργή
Εξάλειψη στα χέρια του ανέμου.

Όλη τη νύχτα η ανάσα σου πεταλουδίτσα
Πεταρίζει ανάμεσα στα επίπεδα ροζ τριαντάφυλλα. Ξυπνώ και
αφουγκράζομαι:
Μια μακρινή θάλασσα δονείται στ’ αυτιά μου.

Μια κραυγή και κατρακυλώ από το κρεβάτι, βαριά και λουλουδάτη
Μέσα στο βικτοριανό νυχτικό μου.
Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν γάτας. Το τετράγωνο του παραθύρου

Ξασπρίζει και καταπίνει τα μουδιασμένα του αστέρια. Και τώρα δοκιμάζεις
Μια χουφτίτσα νότες
Τα καθαρά φωνήεντα ανυψώνονται σαν μπαλόνια.

Sylvia Plath – Collected poems (1960).